
(...)Τα ίδια στελέχη θεωρούν ότι το ΠΑΣΟΚ θα κερδίσει, οπωσδήποτε, τις εκλογές. Εκφράζουν, όμως, πλέον, έντονο προβληματισμό και ανησυχία σχετικά με τον στόχο της κατάκτησης της αυτοδυναμίας. Ιδιαίτερα αν οι εκλογές γίνουν νωρίς το φθινόπωρο. Τους προβληματισμούς και την ανησυχία των συγκεκριμένων στελεχών, προκαλεί η μετατόπιση της συζήτησης από τα προβλήματα της οικονομίας στο ζήτημα της «προεδρολογίας».
Ένα από τα στελέχη αυτά, αναφερόμενο στο θέμα, έλεγε: «στο χωριό μου, σε αυτές τις περιπτώσεις, λέμε ότι τους κάναμε νοικοκυραίους». Όπως εξήγησε, αυτό σημαίνει ότι εκεί που η ΝΔ δεν είχε από πού να πιαστεί για να αποφύγει τη συντριβή, το ΠΑΣΟΚ της έδωσε τη σανίδα σωτηρίας. Μέχρι, τότε, υποστηρίζει η ΝΔ έδειχνε σημάδια κατάρρευσης. Η επιμονή του ΠΑΣΟΚ να ασχολείται με την «προεδρολογία», συνεχίζει, έδωσε θέμα στη ΝΔ να ασχολείται και επιπλέον κάποιες προϋποθέσεις να προσπαθήσει να επανασυσπειρώσει ψηφοφόρους της, όταν το ΠΑΣΟΚ δεν έχει εξασφαλίσει την παρουσία των 800.000 ψηφοφόρων του που απείχαν από τις ευρωεκλογές.
Το ίδιο στέλεχος, παρομοιάζει την επιλογή της Ιπποκράτους, ως μια κίνηση να κάνει «κεφαλοκλείδωμα» στον αντίπαλο, κάτι που, από μόνο του, μπορεί να συσπειρώσει τους υποστηρικτές του, πολύ περισσότερο, όταν αυτός δείχνει ότι μπορεί να αποφύγει τη λαβή και αντί με νοκ-άουτ να χάσει στα σημεία.
Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ όσο κι αν δεν έχει τις ίδιες απόψεις, δεν δείχνει να τις αποδοκιμάζει. Αντίθετα, ο προβληματισμός που διατυπώνουν, σε κατ΄ ιδίαν συνομιλίες τους, στελέχη της ηγετικής ομάδας, που αποδέχονται την επιστροφή στην οικονομία και την καθημερινότητα, δείχνει ότι η Ιπποκράτους, μάλλον θα τροποποιήσει τη στρατηγική της.
Το Ρεπορτάζ
Σε ενάμισι μήνα συμπληρώνονται δύο χρόνια από τις τελευταίες εκλογές, από την επομένη,
σχεδόν, της οποίας άρχισε η νέα εκλογολογία. Κι αν δεν είχαν προκύψει τα σοβαρά προβλήματα στο ΠΑΣΟΚ με την αμφισβήτηση του Γιώργου Παπανδρέου και τις εσωκομματικές εκλογές, η εκλογολογία θα ήταν εντονότερη. Αυτό δεν έχει ξανασυμβεί στη χώρα, να συζητάμε για το πότε θα γίνουν εκλογές αμέσως μετά την ανακοίνωση ενός εκλογικού αποτελέσματος. Ωστόσο, αυτό ήταν μάλλον φυσιολογικό, αν υπολογιστεί ότι ακόμα και μετά την πρώτη νίκη του Κώστα Καραμανλή, το 2004, η εκλογολογία άρχισε πολύ νωρίς, έστω και με πρωτοβουλία της κυβέρνησης και του ίδιου του πρωθυπουργού. Τότε, η εκλογολογία άρχισε αμέσως μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες και ήταν η πρώτη φορά που γινόταν κάτι τέτοιο και μάλιστα με πρωτοβουλία της κυβέρνησης, τακτική της οποίας ήταν να ελέγξει ασφυκτικά το παιχνίδι μέσω της απειλής για προσφυγή σε πρόωρες εκλογές.
Όλα αυτά αποτελούν παρελθόν, καθώς όλα δείχνουν ότι επέστη ο καιρός για μια νέα εκλογική αναμέτρηση, η οποία θα έχει το δικό της ρεκόρ: θα αναδειχθεί η πλέον βραχύβια κυβέρνηση μετά τη μεταπολίτευση, (εξαιρείται το διάστημα που ακολούθησε το «βρώμικο 89») αν οι εκλογές γίνουν το φθινόπωρο ή θα ισοφαρίσει το ρεκόρ του Κωνσταντίνου Καραμανλή, και του ΠΑΣΟΚ, αν οι εκλογές γίνουν την άνοιξη. Ο ιδρυτής της ΝΔ έκανε εκλογές σε τρία χρόνια, μετά την πρώτη νίκη του (μετά τη μεταπολίτευση) το 1974. Το ΠΑΣΟΚ προσέφυγε επίσης σε εκλογές ύστερα από τρία χρόνια, το 1996, αλλά τότε οι συνθήκες ήταν διαφορετικές, καθώς τις εκλογές του 1993 είχε κερδίσει ο Ανδρέας Παπανδρέου και εκείνες του 1996 τις προκήρυξε ο Κώστας Σημίτης που τον διαδέχθηκε στην ηγεσία του Κινήματος, μετά τον θάνατο του ιδρυτή του.
Οι εκλογές του 1977 ήταν εκείνες που ανέδειξαν το ΠΑΣΟΚ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης και του άνοιξαν τον δρόμο για την εξουσία. Οι επικείμενες εκλογές, πάντως, αναμένεται να το επαναφέρουν στην εξουσία. Το ερώτημα είναι πως και με ποιο αποτέλεσμα, δηλαδή με ποιά διαφορά. Αν δηλαδή θα κατορθώσει να πάρει αυτοδυναμία και μάλιστα ισχυρή ή όχι.
Η ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Υπάρχουν πολλές ενδείξεις, ότι ο Κώστας Καραμανλής φαίνεται να επιλέγει τη στρατηγική της μικρότερης ήττας. Γι αυτό και προετοιμάζεται, από τώρα, για εκλογές το φθινόπωρο, Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο δείχνει, το τελευταίο διάστημα και μέσα στο κατακαλόκαιρο, μια υπερκινητικότητα την οποία δεν έδειξε στα πεντέμισι χρόνια που βρίσκεται στην εξουσία και μάλιστα σε περιόδους που ενδείκνυνται περισσότερο για κάτι τέτοιο. Για τον ίδιο λόγο έχει προχωρήσει σε αλόγιστες παροχές σε διάφορες κοινωνικές ομάδες και κατηγορίες πολιτών, γι αυτό ξεκίνησε ένα μπαράζ προσλήψεων σε όλο το δημόσιο τομέα, εκτός διαδικασιών ΑΣΕΠ, γι αυτό υπερτονίζει τον κίνδυνο από τον ιό της νέας γρίπης, δημιουργώντας, έτσι, τον λόγο της πρόωρης προσφυγής στις κάλπες (το Σύνταγμα απαιτεί να υπάρχει μείζον εθνικός λόγος, που δεν θα είναι ίδιος με κάποιον που χρησιμοποιήθηκε την προηγούμενη φορά, άρα η οικονομία δεν μπορεί να είναι λόγος) μέσα από τη δημιουργία εικόνας εθνικής κρίσης και έκτακτης ανάγκης, ενώ κάτι ανάλογο θα μπορούσε να συμβεί ύστερα από την εκδήλωση ενός (σκηνοθετημένου ή όχι) θερμού ή χλιαρού επεισοδίου στο Αιγαίο.
Υπάρχουν, βέβαια και κάποιοι στην κυβέρνηση οι οποίοι θεωρούν ότι με την επίκληση εθνικού κινδύνου, η ΝΔ ενδέχεται να ξανακερδίσει τις εκλογές και εισηγούνται αναλόγως. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες ενδείξεις, πάντως, ο Καραμανλής φαίνεται να επιλέγει την πρόκληση «εθνικής κρίσης», μέσω μιας πανδημίας γρίπης, αφήνοντας κατά μέρος μια κρίση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, καθώς ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις πως μπορεί να εξελιχθεί ένα θερμό επεισόδιο, έστω κι αν είναι σκηνοθετημένο.
Η επιλογή της δημιουργίας εικόνας «εθνικής κρίσης» έχει, για την κυβέρνηση, το πλεονέκτημα, σύμφωνα με τις προσεγγίσεις πολλών κυβερνητικών στελεχών, της συσπείρωσης του κόσμου, σε παρόμοιες περιπτώσεις, γύρω από την, όποια, κυβέρνησή του. Και, βέβαια, σε μια τέτοια περίπτωση η κυβέρνηση θα καταγγείλει την «ανεύθυνη» αξιωματική αντιπολίτευση και τον «ανεύθυνο» αρχηγό της.
Πρόκειται, βέβαια, για σχεδιασμούς επί χάρτου, οι οποίοι, στην πράξη, δεν βγαίνουν όπως ακριβώς σχεδιάζονται, αλλά με μικρές ή μεγάλες αποκλίσεις. Δηλαδή, ακόμα και δημιουργώντας κρίση, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι μπορεί να κερδίσει και τις εκλογές. Μπορεί, πάντως, να προσδοκά ότι θα τις χάσει με μικρότερη διαφορά, καθώς είναι πολύ πιθανό να καταφέρει να συσπειρώσει τους δικούς της ψηφοφόρους, τουλάχιστον των πρόσφατων ευρωεκλογών, καθώς εκείνους των εκλογών του 2007 είναι αδύνατο να τους συσπειρώσει όλους.
Εδώ, το σενάριο της μικρής ήττας αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς επιλέγεται και από κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης όπως, ο Γιώργος Σουφλιάς, η Ντόρα Μπακογιάννη και ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης, οι οποίοι θεωρούν αναπόφευκτη την ήττα, καθώς γνωρίζουν πολύ καλά ότι, τουλάχιστον μεταπολιτευτικά, κανένας αρχηγός (ο αρχηγός, όχι το κόμμα) δεν κέρδισε τρεις εκλογές και μάλιστα συνεχόμενες. Τρεις εκλογές έχει κερδίσει μόνον ο Ανδρέας Παπανδρέου, αλλά με την παρένθεση του 1989-93 και λόγω δικαίωσής του από το Ειδικό Δικαστήριο. Το ΠΑΣΟΚ έχει κερδίσει τρεις συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, αλλά με διαφορετικό αρχηγό, τον Ανδρέα Παπανδρέου το 1993 και τον Κώστα Σημίτη το 1996 και το 2000.
Μια ήττα της ΝΔ, ακόμα και με μικρή, σχετικά, διαφορά, θα οδηγήσει, αναπόφευκτα, σε εξελίξεις στο εσωτερικό του κόμματος, καθώς θεωρείται δεδομένο ότι ο Καραμανλής θα αποχωρήσει και θα περάσει στις εφεδρείες του κόμματος, έχοντας στο μυαλό του την Προεδρία της Δημοκρατίας, αλλά όχι με βάση το σενάριο Καρατζαφέρη (συγκυβέρνηση Γιώργου-Ντόρας με Πρόεδρο Δημοκρατίας τον Καραμανλή), αλλά σε περίπτωση μελλοντικής επικράτησης της ΝΔ.
Τα στελέχη που υποστηρίζουν τη στρατηγική της μικρής ήττας, υποστηρίζουν και συγκεκριμένη λύση για τη μετακαραμανλική εποχή. Μια λύση η οποία δεν θα είναι τύπου Καραμανλή αλλά μια μεταβατική λύση, καθώς εκτιμούν ότι αν το κόμμα πάει σε μια αναμέτρηση Ντόρας-Σαμαρά ύστερα από μια ήττα, η ήττα αυτή θα πάρει μεγάλες διαστάσεις. Το σενάριο αυτό φαίνεται πως έχει και τη στήριξη των ισχυρών οικονομικών συμφερόντων τα οποία στηρίζουν τη Ν.Δ. και συναρτούν, σε πολύ μεγάλο βαθμό, τις μεγάλες δραστηριότητες και τα μεγάλα κέρδη τους, με την παρουσία του συγκεκριμένου κόμματος στην εξουσία.
Τα κέντρα αυτά γνωρίζουν πως ούτε η Ντόρα ούτε ο Σαμαράς μπορούν, στην παρούσα φάση, να ηγηθούν της ΝΔ ούτε, κάποιος από τους δύο, μπορεί να κερδίσει τη μεγάλη πλειοψηφία των «νεοδημοκρατών». Δεν είναι τυχαίο ότι η Ντόρα Μπακογιάννη εμφανίζεται να έχει χάσει πολύ από τη δημοτικότητα που απολάμβανε, ενώ ο Αντώνης Σαμαράς δεν έχει φθάσει ακόμα πολύ ψηλά. Επίσης και οι δύο έχουν, τελευταία, προβλήματα, η μεν Ντόρα, με τη στάση της στα εθνικά θέματα, όπου η κοινή γνώμη πιστεύει ότι η χώρα οπισθοχωρεί, ο δε Σαμαράς διέπραξε μεγάλη γκάφα με την υπόθεση του φιλμ για το Μουσείο της Ακρόπολης. Τυχαίο δεν είναι επίσης και το ότι οι δημοσκοπήσεις εμφανίζουν τον Γιώργο Σουφλιά ως το δημοφιλέστερο στέλεχος της ΝΔ.
Μοιραία, λοιπόν, η μεταβατική λύση που προωθείται θα έχει επικεφαλής τον Σαρακατσάνο, ο οποίος έχει και την υποστήριξη των μεγάλων συμφερόντων (Μπόμπολας, Λαμπράκης, Βαρδινογιάννης κλπ) για να προετοιμάσει το έδαφος για μια «οριστική λύση» στο θέμα της ηγεσίας της ΝΔ.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η λύση Σουφλιά, ως μεταβατική, «έπαιξε», για ένα διάστημα, και για την πρωθυπουργία. Το σενάριο προέβλεπε αποχώρηση του Καραμανλή από την πρωθυπουργία και τη διαδοχή του από τον Σουφλιά, ο οποίος, σε ρόλο Γεωργίου Ράλλη, θα αναλάμβανε να παραδώσει την κυβέρνηση στο ΠΑΣΟΚ, εγγράφοντας, και αυτός υποθήκη για την Προεδρία της Δημοκρατίας. Παρόμοιο ήταν το σενάριο που εφαρμόσθηκε στο τέλος του 1979, όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής μεταπήδησε από την Πρωθυπουργία στην Προεδρία.
ΤΟ ΠΑΣΟΚ
Το ΠΑΣΟΚ πορεύεται με τον αέρα της νίκης του στις πρόσφατες ευρωεκλογές και του δημοσκοπικού προβαδίσματος που διατηρεί, αλλά και, κυρίως της ψυχολογίας της κοινής γνώμης, που το θέλει νικητή των επόμενων εκλογών, όποτε και αν γίνουν. Το μέγα ζητούμενο για το ΠΑΣΟΚ και τον Γιώργο Παπανδρέου δεν είναι η νίκη, τουλάχιστον όπως είναι διαμορφωμένα σήμερα τα πράγματα, αλλά το εύρος της νίκης. Αν, δηλαδή, θα έχει αυτοδυναμία και τι είδους αυτοδυναμία. Θα έχει 151-152 βουλευτές ή 160;
Υπάρχουν αρκετοί στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης οι οποίοι θεωρούν ότι θα ήταν, ίσως, προτιμότερο να πάρει, το κόμμα, 149-150 έδρες, ώστε να μπορεί αύκολα και χωρίς προβλήματα να πάει, αμέσως, σε νέες εκλογές, τις οποίες θεωρούν ότι θα κερδίσει με μεγαλύθτερη ευκολία και θα έχει, επιπλέον, και τη συνδρομή του εκλογικού νόμου Παυλόπουλου, ο οποίος δίνει μεγαλύτερο «μπόνους» εδρών στο πρώτο κόμμα.
Ωστόσο, το ΠΑΣΟΚ, παρά τις ευνοϊκές, γι αυτό, προϋποθέσεις, φαίνεται ότι υπέπεσε σε ένα σοβαρό λάθος τακτικής με την υπόθεση της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας. Αρχικά, όταν ο Γιώργος Παπανδρέου ανακοίνωσε ότι θα στηρίξει τον Κάρολο Παπούλια μετά από εκλογές, παρά τις επιθέσεις που δέχθηκε, κατόρθωσε να επαναφέρει τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση.
Το λάθος των επιτελών του Κινήματος ήταν ότι δεν σταμάτησαν έγκαιρα τη συζήτηση γύρω από το θέμα της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, αυτοεγκλωβιζόμενοι στο θέμα που οι ίδιοι ανέδειξαν. Έτσι, όταν ήρθαν οι δηλώσεις των Γιώργου Κασιμάτη και Δημήτρη Τσάτσου, βρήκαν κατάλληλο το έδαφος για την περαιτέρω ανάπτυξη της σχετικής φιλολογίας, στην οποία το ΠΑΣΟΚ είναι, πλέον, για τα καλά εγκλωβισμένο.
Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι στην Ιπποκράτους αναζητείται πρόσφορος τρόπος για να απεγκλωβιστούν από την παγίδα, όπως εξελίχθηκε, της «προεδρολογίας», την οποία προσπαθεί να αξιοποιήσει και το κατορθώνει σε ένα βαθμό, η κυβέρνηση. Και μπορεί ο Δημήτρης Ρέππας (τον οποίο κάποιοι στο Κίνημα αποκαλούν εμπνευστή της σύνδεσης της εκλογής Προέδρου με τις εθνικές εκλογές) να εκτιμά ότι το ΠΑΣΟΚ έχει κερδίσει την υπόθεση με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ωστόσο και αυτός θεωρεί ότι η αντιπαράθεση με την κυβέρνηση πρέπει να επανέλθει σε άλλα ζητήματα και κυρίως στα ζητήματα της οικονομίας.
Υπάρχουν πολλά στελέχη του ΠΑΣΟΚ που διαφώνησαν και διαφωνούν με τη στρατηγική της σύνδεσης εκλογής Προέδρου και εθνικών εκλογών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπάρχει και μέτωπο, απέναντι στη συγκεκριμένη επιλογή της ηγεσίας. Πρόσφατα έγινε γνωστή η διαφοροποίηση του Βαγγέλη Βενιζέλου, ο οποίος, σε όλες τις συζητήσεις που έγιναν και στις οποίες συμμετείχε, υποστήριζε ότι το ΠΑΣΟΚ θα έπρεπε να αφήσει ανοιχτή τη στάση του σε σχέση με το θέμα της εκλογής Προέδρου.
Κατά της άμεσης σύνδεσης της εκλογής Προέδρου με τις εθνικές εκλογές έχουν ταχθεί και άλλα στελέχη του Κινήματος, τα οποία όχι μόνο δεν ανήκουν στο «ρεύμα Βενιζέλου», αλλά, αντίθετα, ήταν πολέμιοι του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του Κινήματος. Τα στελέχη αυτά θεωρούν ότι είτε δεν θα έπρεπε να υπάρξει η σύνδεση των δύο εκλογών είτε, εφόσον έγινε, να υπάρξει γρήγορος απεγκλωβισμός και επανέλθει η αντιπαράθεση με την κυβέρνηση στα ζητήματα της οικονομίας. Με το απλό επιχείρημα ότι, μετά τις ευρωεκλογές, η κυβέρνηση κατεγράφη, στη συνείδηση της κοινής γνώμης ως αποχωρούσα, λόγω των προβλημάτων που δημιούργησε η πολιτική της στα μεγάλα κοινωνικά στρώματα. Αυτό, σύμφωνα με τα ίδια στελέχη, θα έπρεπε να οδηγήσει την ηγεσία του Κινήματος στην επιλογή της στρατηγικής της αντιπαράθεσης για την οικονομία και, ενδεχομένως, χωρίς εξάρσεις και υπερβολές, ώστε να διευκολυνθούν ψηφοφόροι οι οποίοι επέλεξαν τη ΝΔ στις δύο προηγούμενες αναμετρήσεις, να την εγκαταλείψουν και να επιλέξουν το ΠΑΣΟΚ. Πρόκειται, όπως λένε για την ίδια στρατηγική που ακολούθησε ο Ανδρέας Παπανδρέου πριν τις εκλογές του 1981 και η οποία έδωσε στο ΠΑΣΟΚ το 48% του ελληνικού λαού.
Τα ίδια στελέχη θεωρούν ότι το ΠΑΣΟΚ θα κερδίσει, οπωσδήποτε, τις εκλογές. Εκφράζουν, όμως, πλέον, έντονο προβληματισμό και ανησυχία σχετικά με τον στόχο της κατάκτησης της αυτοδυναμίας. Ιδιαίτερα αν οι εκλογές γίνουν νωρίς το φθινόπωρο. Τους προβληματισμούς και την ανησυχία των συγκεκριμένων στελεχών, προκαλεί η μετατόπιση της συζήτησης από τα προβλήματα της οικονομίας στο ζήτημα της «προεδρολογίας».
Ένα από τα στελέχη αυτά, αναφερόμενο στο θέμα, έλεγε: «στο χωριό μου, σε αυτές τις περιπτώσεις, λέμε ότι τους κάναμε νοικοκυραίους». Όπως εξήγησε, αυτό σημαίνει ότι εκεί που η ΝΔ δεν είχε από πού να πιαστεί για να αποφύγει τη συντριβή, το ΠΑΣΟΚ της έδωσε τη σανίδα σωτηρίας. Μέχρι, τότε, υποστηρίζει η ΝΔ έδειχνε σημάδια κατάρρευσης. Η επιμονή του ΠΑΣΟΚ να ασχολείται με την «προεδρολογία», συνεχίζει, έδωσε θέμα στη ΝΔ να ασχολείται και επιπλέον κάποιες προϋποθέσεις να προσπαθήσει να επανασυσπειρώσει ψηφοφόρους της, όταν το ΠΑΣΟΚ δεν έχει εξασφαλίσει την παρουσία των 800.000 ψηφοφόρων του που απείχαν από τις ευρωεκλογές.
Το ίδιο στέλεχος, παρομοιάζει την επιλογή της Ιπποκράτους, ως μια κίνηση να κάνει «κεφαλοκλείδωμα» στον αντίπαλο, κάτι που, από μόνο του, μπορεί να συσπειρώσει τους υποστηρικτές του, πολύ περισσότερο, όταν αυτός δείχνει ότι μπορεί να αποφύγει τη λαβή και αντί με νοκ-άουτ να χάσει στα σημεία.
Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ όσο κι αν δεν έχει τις ίδιες απόψεις, δεν δείχνει να τις αποδοκιμάζει. Αντίθετα, ο προβληματισμός που διατυπώνουν, σε κατ΄ ιδίαν συνομιλίες τους, στελέχη της ηγετικής ομάδας, που αποδέχονται την επιστροφή στην οικονομία και την καθημερινότητα, δείχνει ότι η Ιπποκράτους, μάλλον θα τροποποιήσει τη στρατηγική της.
συνέχεια »