Τελικά δεν υπάρχει πιο εύκολο πράγμα στην Ελλάδα απ’ το να αποχαρακτηριστεί μια δασική έκταση ή να νομιμοποιηθεί ένα αυθαίρετο.
Τα τελευταία χρόνια 5 χιλιάδες στρέμματα δάσους έχουν οικοδομηθεί στην Αττική. Η επέκταση οικισμών σε φυσικές περιοχές χαμηλής βλάστησης ξεπερνά τα 70 χιλιάδες στρέμματα. (Έκθεση WWF)
Οι δασολόγοι εκτιμούν

ότι το 60% των δασικών εκτάσεων έχουν καταπατηθεί και τα αυθαίρετα που κτίστηκαν την τελευταία εικοσαετία σ' αυτές ξεπερνούν τα τριάντα χιλιάδες.
Η πιο εύκολη μέθοδος αποχαρακτηρισμού μιας δασικής έκτασης είναι να καεί, μαζί με «καθαρά» χωράφια, να κηρυχθεί αναδασωτέα και, στη συνέχεια, να αποχαρακτηριστεί ως προς ένα τμήμα της».
Πως καθαρίζει ο καταπατητής το «χωράφι»; Εύκολο. Να τι θα κάνει…

Μια νύχτα που δεν έχει φεγγάρι (να’ ναι πίσσα σκοτάδι) παίρνει δύο αλλοδαπούς (για να μην κουραστεί ο ίδιος) και περιφράζει το μελλοντικό «οικόπεδο» με πασάλους και σύρμα. Στη συνέχεια, μεταφέρει δέντρα μεγάλης ηλικίας (για να μπορεί να τα κόψει) και πέτρες από παλιά κτίσματα. Όταν τον πάρει χαμπάρι το δασαρχείο, του επιβάλλει πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής για την έκταση που έχει περιφράξει.
- Το πρωτόκολλο προσβάλλεται στο οικείο ειρηνοδικείο.
- Ο καταπατητής παρουσιάζεται με δύο μάρτυρες, οι οποίοι πιστοποιούν το δίκαιο των ισχυρισμών του και συνήθως βγαίνει κερδισμένος, καθώς από την πλευρά του Δημοσίου, συνήθως εμφανίζεται κάποιος υπάλληλος, ο οποίος πολλές φορές δεν γνωρίζει το ιστορικό της περιοχής.
- Οταν η υπόθεση προωθηθεί για να εκδικαστεί σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται μόνο ο φάκελος. Ελλείψει επαρκών στοιχείων, από την πλευρά του Δημοσίου, δικαιώνεται τελικά ο καταπατητής.
- Στη συνέχεια, μια νύχτα (πάλι χωρίς φεγγάρι), με πολύ αέρα και κατά προτίμηση Αύγουστο, όλως τυχαίως η περιοχή γίνεται παρανάλωμα. Κηρύσσεται αναδασωτέα και εξαιρείται η «ιδιοκτησία» του καταπατητή η οποία όταν ξέσπασε η φωτιά ήταν καθαρή από δέντρα και άρα δεν θεωρείται δασική έκταση.

Και για να μην παρεξηγηθούμε, αυτό το «χωραφάκι» είναι πολλές φορές εκατοντάδες στρέμματα δάσους, το οποίο έχει περιφραχτεί όχι από κάποιον που έχει ανάγκη κατοικίας, αλλά από ισχυρούς μεσίτες, που έχουν βέβαια και την ανάλογη πολιτική κάλυψη, τοπικών αρχόντων και βουλευτών που εκλέγονται στην περιοχή.
Εκτιμάται ότι την τελευταία δεκαετία τουλάχιστον για δέκα χιλιάδες στρέμματα δεν υπάρχει εντολή αναδάσωσης. Η αιτιολογία για τις εξαιρέσεις είναι ότι «την ημέρα της πυρκαγιάς δεν έφεραν δασική βλάστηση».
Οι δασολόγοι πάντως υποστηρίζουν ότι ο δασικός χαρακτήρας δεν χάνεται ακόμη κι αν την ημέρα της πυρκαγιάς δεν έφεραν δασική βλάστηση. Τα πάντα είναι στο χέρι του Δασάρχη της περιοχής (το λάδωμα ή η αναδάσωση). Αν εντοπίσει ποιες εκτάσεις δεν έφεραν δασική βλάστηση την ημέρα της πυρκαγιάς ενώ παλιότερα ήταν δασικές, μπορεί να εισηγηθεί την κήρυξή τους ως αναδασωτέων λόγω εκχέρσωσης.

Υπάρχουν και οι επιτροπές επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων όπου την τελευταία δεκαετία περισσότεροι από 2 εκατομμύρια πολίτες έχουν ζητήσει αποχαρακτηρισμό δασικών εκτάσεων.
Οι ενδιαφερόμενοι είναι συνήθως κάτοχοι ιδιωτικής δασικής έκτασης ή διαθέτουν διοικητική αναγνώριση, ή έχουν εκδώσει δικαστική απόφαση έπειτα από αντιδικία με το Δημόσιο, σύμφωνα με την οποία η επίμαχη κάθε φορά έκταση τους ανήκει.
Αν η απόφαση δεν τους ικανοποιεί, προσφεύγουν στην αντίστοιχη δευτεροβάθμια επιτροπή. Στο μεταξύ, αρκετοί από αυτούς έχουν φροντίσει να προχωρήσουν σε εκχερσώσεις. Και βεβαίως, οι κινήσεις αυτές σιγοντάρονται από την εκάστοτε εξουσία.

Τι γίνεται με τα αυθαίρετα…..

- Μόλις κοινοποιηθεί το πρωτόκολλο κατεδάφισης οι καταπατητές προσφεύγουν στο διοικητικό πρωτοδικείο. Σε πρώτη φάση αναστέλλεται η κατεδάφιση και η εκδίκαση της υπόθεσης μεταφέρεται στο πολύ μακρινό μέλλον.
- Οι υποθέσεις στο Μονομελές Πρωτοδικείο προσδιορίζονται ύστερα από 26 μήνες και στο Πολυμελές, σε 21 μήνες. Τα κυκλώματα των καταπατητών κάνουν τις απαραίτητες πολιτικές επαφές και δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν σε κάθε προεκλογική περίοδο κατατίθεται στη Βουλή και ένα σχέδιο νόμου, το οποίο νομιμοποιεί αυθαίρετα.
- Ακόμη, όμως, κι όταν εκδίδονται πρωτόκολλα κατεδάφισης, δεν εκτελούνται. Υπάρχει μία απροθυμία από πλευράς των εντεταλμένων υπαλλήλων και συνεργείων, είτε για κοινωνικούς λόγους, είτε γιατί δέχονται απειλές και φοβούνται να προχωρήσουν.

0 σχόλια »

Δημοσίευση σχολίου

,